Παιδική Κακοποίηση

Η παιδική κακοποίηση είναι η κακομεταχείριση και παραμέληση (Paxton and Waldfogel, 1999) που συμβαίνει σε άτομα κάτω των 18 ετών. Περιλαμβάνει σύνολο τύπων συναισθηματικής ή και σωματικής κακομεταχείρισης (Hazen et al, 2009), παραμέλησης, σεξουαλικής κακοποίησης (NSPCC, 2013), εμπορικής ή άλλης εκμετάλλευσης, η οποία φέρνει σαν αποτέλεσμα αληθινή ή δυνητική βλάβη στην ανάπτυξη, την υγεία, την επιβίωση ή την αξιοπρέπεια του ανηλίκου στα πλαίσια μιας σχέσης ευθύνης, εμπιστοσύνη ή εξουσίας, και αποτελεί παγκόσμιο πρόβλημα (Diktyo gia tin Prolipsi kai Katapolemisi tis Swmatikis Timorias sta Paidia, 2009) με σοβαρές επιπτώσεις στην ψυχική και σωματική υγεία των ανηλίκων (Rodgers et al., 2004 ; Felitti et al.,1998).
Μιας και η κακομεταχείριση των παιδιών είναι ένα ζήτημα που υπήρχε πάντα, οι πολιτισμένες κοινωνίες παρέχουν μια σειρά υπηρεσιών, τόσο κοινωνικών όσο και ιατρικών, για τη φροντίδα των παιδιών που πλήττονται από αυτήν (Smith, 1978).
Συνήθως η κακοποίηση αναφέρεται στην ποιότητα της φροντίδας που λαμβάνει ένα παιδί από τους φροντιστές του (InstituteofMedicineandNationalResearchCouncil, 2014), και συμβαίνει όταν αυτοί βλάπτουν ένα παιδί, ή το θέτουν σε άμεσο κίνδυνο, επειδή δεν ασκούν τον ελάχιστο βαθμό φροντίδας παρέχοντας: τρόφιμα, ρούχα, καταφύγιο, εκπαίδευση ή ιατρική περίθαλψη, ενώ είναι οικονομικά σε θέση να το πράξουν (Office of Children and Family Services, 2020), κάνοντας την παραμέληση την πιο κοινή μορφή αναφερόμενης παιδικής κακοποίησης (Rebbe, 2018).
Με την κακοποίηση παιδιών να αποτελεί μείζον πρόβλημα της δημόσιας υγείας (Cicchetti and Rogosch, 1994), και με τις οικογένειες που ζουν σε συνθήκες φτώχειας να σχετίζονται με υψηλότερο κίνδυνο όλων των υποτύπων κακοποίησης, και τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας να συνδέονταν μοναδικά με τον κίνδυνο παραμέλησης (Matthew et al, 2018) αυτή μπορεί να ταξινομηθεί σε πέντε τύπους.
Ξεκινώντας με τη Σωματική Κακοποίηση, που αντιπροσωπεύει οποιαδήποτε σκόπιμη χρήση σωματικής βίας εναντίον ενός παιδιού που συνιστά απειλή για την υγεία, την ανάπτυξη και τον αυτοσεβασμό του και ενίοτε καταλήγει σε θάνατο (Avramika et al., 2013). Ακολουθεί η Σεξουαλική Κακοποίηση παιδιών (CSA) που περιλαμβάνει οποιαδήποτε ολοκληρωμένη ή απόπειρα σεξουαλικής πράξης (Leeb et al, 2015), συμπεριλαμβανομένων αλληλεπιδράσεων επαφής και μη επαφής, που διαπράχθηκαν εναντίον ενός παιδιού από έναν φροντιστή. Έπεται και κυριαρχεί η Παραμέληση (Nemeroff, 2016), η οποία συνεπάγεται αποτυχία κάλυψης των βασικών αναγκών ενός παιδιού, συμπεριλαμβανομένων σωματικών, συναισθηματικών, ιατρικών ή εκπαιδευτικών αναγκών, και αδυναμία παροχής επαρκούς διατροφής, υγιεινής, στέγης ή αποτυχία διασφάλισης της ασφάλειας ενός παιδιού (DfE, 2015). Συχνά συναντάμε τη Συναισθηματική Κακοποίηση (Children's Bureau, 2018), που περιλαμβάνει ενέργειες φροντιστή όπως: απόρριψη, απομόνωση, αγνόηση, τρομοκρατία, διαφθορά ή εκμετάλλευση, που έχουν ως αποτέλεσμα δυσμενείς συνέπειες στη ψυχική υγεία και εξέλιξη του παιδιού και στην ενήλικη επαγγελματική του πορεία (Currie and Widom, 2014). Και τελευταία έρχεται η έκθεση στη βία των συντρόφων (IPV), αφού τα παιδιά που εκτίθενται σε Ενδοοικογενειακή Βία (State of Children's Rights in England, 2018) παρουσιάζουν παρόμοια προβλήματα με τα παιδιά που αποτελούν τον άμεσο στόχο σωματικής κακοποίησης (Encyclopedia of early childhood development, 2019-2020).
Εμείς σαν εκπαιδευτικοί αποτελούμε αναπόσπαστο κρίκο στην αλυσίδα (DfE, 2020) των ατόμων που οφείλουν να ενημερώνουν τα παιδιά για τα δικαιώματά τους (Adesola et al., 2012) να γνωστοποιούν οποιοδήποτε ύποπτο σινιάλο (Leiter and Johnsen, 1997) που ίσως υποδηλώνει πιθανή σωματική κακοποίηση ενός παιδιού (Krase, 2013;McIntyre, 2015), και να εξισορροπούν ψυχολογικά την κατάσταση ενός παιδιού με τραύμα κακοποίησης (Heim et al., 2010).
Οι δείκτες σωματικής κακοποίησης μπορούν να περιλαμβάνουν τραυματισμό στα μάτια ή και στις δύο πλευρές του κεφαλιού ή του σώματος, συχνά εμφανιζόμενους τραυματισμούς όπως μώλωπες, κοψίματα και εγκαύματα που μπορεί να εμφανίζονται σε διακριτικά μοτίβα, όπως σημάδια αρπαγής, σημάδια δαγκώματος ανθρώπου ή εγκαύματα τσιγάρων, καταστροφική, επιθετική, διαταραγμένη, παθητική ή αποσυρμένη συμπεριφορά, και φυσικά, φόβο για το σπίτι ή τους γονείς (Crosson-Tower, 2003).
Ενώ οι δείκτες σεξουαλικής κακοποίησης μπορεί να περιλαμβάνουν συμπτώματα όπως σεξουαλικά μεταδιδόμενες ασθένειες ή τραυματισμό στην περιοχή των γεννητικών οργάνων, δυσκολία ή πόνο σε θέση καθίσματος, ακατάλληλο λεξιλόγιο, ακατάλληλη ηλικιακά γνώση σεξουαλικών σχέσεων, ή σεξουαλική θυματοποίηση άλλων (Mullen et al., 1994).
Συν τοις άλλοις, πρέπει να έχουμε κατά νου πως οι δείκτες παραμέλησης μπορούν να περιλαμβάνουν προφανή υποσιτισμό, αδιαθεσία ή κόπωση, κλοπή ή επαιτεία για φαγητό, έλλειψη προσωπικής υγιεινής, σκισμένα ή βρώμικα ρούχα, εκκρεμή ανάγκη για ιατρική φροντίδα, συχνή απουσία από το σχολείο και έλλειψη επίβλεψης (Office of children and family services, 2020).
Είναι πολύ πιθανό όμως να βρεθούμε αντιμέτωποι και με κάποιο παιδί που έχει υποστεί ψυχολογική βία, που εμφανίζεται με συμπεριφορικές ή συναισθηματικές αλλαγές όπως άγχος, κατάθλιψη, χαμηλή αυτοεκτίμηση, επιθετική συμπεριφορά, υπερκινητικότητα, διαταραχές του ύπνου ή εφιάλτες, ασυνήθιστος φόβος για φυσική επαφή, έλλειψη συναισθηματικής έκφρασης όταν βλάπτεται, ασυνήθιστη συστολή, απόσυρση, παθητικότητα, πιπίλισμα, λίκνισμα, δάγκωμα, κακές κοινωνικές δεξιότητες ή διαπροσωπικές σχέσεις (Government of Canada, 2012).
Η παιδική κακοποίηση προκαλεί ταλαιπωρία σε παιδιά και οικογένειες και μπορεί να έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες (Leeb et al., 2008). Προκαλεί άγχος που σχετίζεται με διαταραχές στην πρώιμη ανάπτυξη του εγκεφάλου, καθώς το πλεονάζον στρες μπορεί να προκαλέσει βλάβες στην ανάπτυξη του ανοσοποιητικού και του νευρικού συστήματος (WHO, 2020).
Κατά συνέπεια, ως ενήλικες, τα κακοποιημένα παιδιά διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο για προβλήματα συμπεριφοράς, σωματικής και ψυχικής υγείας (Norman, et al., 2012) όπως: διάπραξη ή βίωμα βίας, κατάθλιψης, καπνίσματος, παχυσαρκίας, σεξουαλικού κινδύνου, εγκυμοσύνης (Erdmans and Black, 2008), κατάχρησης αλκοόλ και ναρκωτικών. Επίσης, οι έρευνες έχουν αποδείξει πως τα τραύματα της πρώιμης παιδικής ηλικίας (Lalor et al., 2010) αυξάνουν τον κίνδυνο ακαδημαϊκών δυσκολιών (Ryan et al, 2018).
Τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση της ανησυχίας για την κακοποίηση των παιδιών και τις αποτυχίες των επαγγελματιών να παρέμβουν κατάλληλα για την προστασία τους (Becker and Reilly, 1999).
Κατόπιν, υψηλού επιπέδου δημόσιες κριτικές για κοινωνικούς λειτουργούς και άλλους επαγγελματίες υγείας και πρόνοιας σε περιπτώσεις κακοποίησης παιδιών κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, οι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας στην Αγγλία δέχτηκαν αυξανόμενη πίεση για μια στενή, νομικά και εγκληματικά προσανατολισμένη εστίαση στην προστασία των παιδιών (Parton, 2014), ξεκινώντας με την κατάρτιση των επαγγελματιών και τη μεταλαμπάδευση γνώσεων όσον αφορά την ανάπτυξη των παιδιών.
Καθώς αυτή πρέπει να βασίζεται στην εμπειρική έρευνα, οι επαγγελματίες απαιτούν άμεση πρόσβαση στη γνώση ενός κοινωνικού οικογενειακού ιστορικού από την εποχή πριν από τη γέννηση του παιδιού (Lange et al., 2019) μέχρι το σημείο της αναδυόμενης δυσκολίας, αφού υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ όσον συνέβησαν στο παρελθόν ενός παιδιού με όσα θα του συμβούν στο μέλλον (Little et al, 2004).
Οι υπηρεσίες που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση των κινδύνων, κυρίως κοινωνική περίθαλψη, αστυνομία, υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης (US Dpt of Health and Human Services, 2020) δεν μπορούν να αποφύγουν την αποτυχία στο έργο τους λόγω αβεβαιοτήτων, κατακερματισμένων οργανωτικών ρυθμίσεων, περιορισμένων πόρων, αδικαιολόγητων παραγόντων και ακούσιων συνεπειών.
Με τη σχέση εργασίας-οικογένειας να θεωρείται κεντρικής σημασίας ως μέσο διερεύνησης και βοήθειας των οικογενειών, το κράτος οδηγήθηκε στην ανάπτυξη μεμονωμένων μορφών πρακτικής που έχουν περιοριστεί στη διαμόρφωση ενός κοινού σώματος γνώσης και κοινού λόγου, ένα χαρακτηριστικό που βρίσκεται, σε κάποιο βαθμό, σε όλα τα επαγγέλματα φροντίδας. Η μείωση όμως του χρόνου για κριτική σκέψη στην επίβλεψη μειώνει επίσης τις ευκαιρίες για μάθηση (Rawlings et al., 2014), καθώς αυτή απαιτεί όχι μόνο εμπειρία αλλά και προβληματισμό σχετικά με κάθε εμπειρία και αυτοαξιολόγηση (Ofsted, 2011), αφού οι εργαζόμενοι που βιάζονται να μεταβούν από τη μια εργασία στην άλλη χωρίς χρόνο για προβληματισμό, δεν αναπτύσσουν σοφία από την εργασία τους (Μunro, 2009).
Εντούτοις, παρά την ύπαρξη εμποδίων στη διαδικασία εντοπισμού κακομεταχείρισης, οι επαγγελματίες της υγειονομικής περίθαλψης δεν πρέπει να σταματήσουν να ακολουθούν την κατάλληλη πορεία δράσης για να αποτρέψουν περαιτέρω βλάβες σε ένα παιδί (Lines et al., 2018).
Παραδείγματα πιθανών εμποδίων περιλαμβάνουν ανησυχία για την έλλειψη θεραπείας μιας διαταραχής, φόβος ότι θα χάσουν μια θετική σχέση με μια οικογένεια που βρίσκεται ήδη υπό τη φροντίδα τους, δυσφορία στο να μην κατηγορήσουν εσφαλμένα έναν φροντιστή, άγχος για παραβίαση της εμπιστευτικότητας, κατανόηση των λόγων για τους οποίους μπορεί να έχει προκληθεί κακομεταχείριση δίχως πρόθεση για βλάβη του παιδιού, αμφιβολίες για τα οφέλη της διαδικασίας προστασίας των παιδιών, στρες, προσωπική ασφάλεια, και φόβος για παράπονα (Nice, 2020), που οδηγούν στην πλημμελή λήψη μέτρων, αγνοώντας πως η πρόληψη και η αντιμετώπιση της παιδικής κακοποίησης απαιτεί πολυτομεακή προσέγγιση, καθώς όσο νωρίτερα αυτές οι παρεμβάσεις συμβαίνουν στη ζωή των παιδιών, τόσο μεγαλύτερα είναι τα οφέλη για αυτό (π.χ. γνωστική ανάπτυξη, συμπεριφορική και κοινωνική ικανότητα, εκπαιδευτικά επιτεύγματα) και για την κοινωνία (π.χ. μειωμένη παραβατικότητα και έγκλημα), με τις πιο αποτελεσματικές και πολλά υποσχόμενες παρεμβάσεις να περιλαμβάνουν υποστήριξη γονέων και φροντιστών (Higgins, 2014), συνεδριάσεις ενημέρωσης και δημιουργίας δεξιοτήτων για την υποστήριξη της ανάπτυξης ανατροφής μη βίαιων γονέων που παρέχονται από νοσηλεύτριες, κοινωνικούς λειτουργούς ή επαγγελματίες της προστασίας μέσω μιας σειράς από επισκέψεις στο σπίτι ή σε ένα κοινοτικό χώρο (WHO, 2020).
Καταλήγουμε πως οι γιατροί πρέπει να κατανοούν τους ρόλους των άλλων επαγγελματιών, οργανισμών και φορέων, όπως επισκεπτών υγείας, νοσοκόμων, κοινωνικών λειτουργών της αστυνομίας κτλ που είναι υπεύθυνοι για την προστασία των παιδιών και να συνεργάζονται μαζί τους όταν αυτό χρειάζεται, σεβόμενοι τις ευθύνες, τις πολιτικές και τις πρακτικές που εκείνοι ακολουθούν (General Medical Council, 2012), και οι υπηρεσίες που μεταφέρουν μωρά πρέπει να συγκεντρώνουν και να μοιράζονται πληροφορίες για βία στο σπίτι. Η αποτελεσματική προστασία των παιδιών από τη βία απαιτεί τη συνεργασία διαφόρων επαγγελματιών, κάτι που αναγνωρίζεται στη θεωρία των εταιρικών σχέσεων.
Ειδικότερα, οι γιατροί πρέπει να κατανοούν τη σημασία των συνεργασιών με άλλους επαγγελματίες, όπως κοινωνικοί λειτουργοί και αστυνομικοί, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την προστασία των παιδιών. Η συνεργασία αυτή βασίζεται στην ανταλλαγή πληροφοριών και την τήρηση κοινών πολιτικών και πρακτικών (McDonald, 2014 ; Children's Act 1989/2004). Η ανάγκη για την προστασία των παιδιών από τη βία καθιστά επιτακτική τη συντονισμένη δράση, όπου οι επαγγελματίες υγείας και κοινωνικής πρόνοιας πρέπει να συνδράμουν σε αυτήν τη διαδικασία (Laming, 2009). Επιπλέον, η έγκαιρη και ακριβής διάδοση πληροφοριών σχετικά με περιπτώσεις βίας εντός του οικογενειακού περιβάλλοντος είναι θεμελιώδης για την αποτροπή περαιτέρω βλαβών και την αποτελεσματική εφαρμογή της προστασίας των παιδιών (General Medical Council, 2012).
Ο ρόλος των επαγγελματιών όμως έχει να κάνει και με προσεγγίσεις εκπαίδευσης και δεξιοτήτων ζωής, όπως αύξηση της εγγραφής σε ποιοτική εκπαίδευση, ώστε τα παιδιά να αποκτούν δεξιότητες, εμπειρίες και γνώσεις που καλλιεργούν την ανθεκτικότητα και ελαχιστοποιούν τους παράγοντες κινδύνου για βία, συμμετοχή σε προγράμματα πρόληψης σεξουαλικής κακοποίησης για την ενίσχυση της ευαισθητοποίησης και την εκμάθηση δεξιοτήτων για τη βοήθεια των ανηλίκων να κατανοήσουν τη συγκατάθεση, να αποφύγουν ή να αποτρέψουν τη σεξουαλική κακοποίηση και εκμετάλλευση και να ζητήσουν υποστήριξη και βοήθεια (Stoltenborgh, 2011).
Επίσης χρειάζονται παρεμβάσεις για τη δημιουργία θετικού σχολικού κλίματος και περιβάλλοντος χωρίς βία, και ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ μαθητών, δασκάλων και διαχειριστών (Bretherton, 1992), και προσεγγίσεις αξιών, με προγράμματα κοινωνικών κανόνων σχετικά με την παιδική πειθαρχία, την ανατροφή των παιδιών, την ισότητα των φύλων και την προώθηση του ρόλου του πατέρα (WHO, 2020).
Οι επαγγελματίες είναι επιφορτισμένοι επιπλέον με τη εφαρμογή και επιβολή νόμων (US Dpt of Health and Human Services, 2020) για την νομική παρεμπόδιση της βίαιης τιμωρίας και την προφύλαξη των ανηλίκων από εκμετάλλευση και σεξουαλική κακοποίηση (Children's Bureau, 2019), και με υπηρεσίες απόκρισης και υποστήριξης για έγκαιρη αναγνώριση περιστατικών, ταυτόχρονα με σχεδιασμό και δοκιμή παρεμβάσεων με στόχο την ελαχιστοποίηση των παραγόντων κινδύνου, συνεχή φροντίδα θυμάτων παιδιών και οικογενειών, παράλληλα με διάδοση πληροφοριών σχετικά με την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων (WHO, 2020).

Η κεντρική κυβέρνηση πρέπει να συνεργάζεται στενά με τις τοπικές αρχές διασφάλισης και έγκαιρης βοήθειας για να πραγματοποιηθεί η ανταλλαγή πληροφοριών όλων των επαγγελματιών, έτσι ώστε τα ευάλωτα παιδιά να μπορούν να αποτραπούν από το να φτάσουν στο σημείο της κρίσης, αφού για την προστασία των παιδιών είναι υπεύθυνοι όλοι όσοι εργάζονται μαζί τους (HM Government, 2018).
Οπότε, οι κεντρικές κρατικές υπηρεσίες οφείλουν να συνεργάζονται με άλλους εθνικούς και ΜΚΟ οργανισμούς, για να αναπτύξουν μια συνεπή διακυβερνητική στρατηγική που θα υποστηρίζει την καλύτερη κατανόηση του πλαισίου των πληροφοριών που θα μπορούν να μοιραστούν, ενώ θα διασφαλιστεί η τοπική έγκαιρη βοήθεια και εξασφάλιση συνεργασιών για την ανάπτυξη μιας ισχυρής και συνεκτικής προσέγγισης στη λήψη αποφάσεων όσον αφορά την ισορροπία του κινδύνου κατά την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με ευάλωτα παιδιά και οικογένειες (Information Policy Team, 2016).
Παράλληλα, τα τμήματα της κεντρικής κυβέρνησης και οι τοπικοί ηγέτες πρέπει να συνδιαλέγονται ώστε να υποστηρίξουν προσεγγίσεις συστημάτων ηγεσίας που δημιουργούν τις προϋποθέσεις για επιτυχημένη ανταλλαγή πληροφοριών, να αναγνωρίσουν τη σημασία της επικοινωνίας, και να εστιάσουν στον τρόπο που η ανταλλαγή πληροφοριών θα υποστηρίζει την πρώιμη παρέμβαση, παρέχοντας δυνατότητα συμμετοχής όλων των συνεργατών, αφού η κακή ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εμπλεκομένων επαγγελματιών έχει αναγνωριστεί ως παράγοντας που μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή βλάβη, κακοποίηση ή και θάνατο παιδιού (NSPCC, 2013).
Πράγμα που έχει τεκμηριωθεί καλά μέσω των σοβαρών αναθεωρήσεων και της εθνικής πολιτικής, η οποία έχει δηλώσει ότι υπάρχει ανάγκη για αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών προκειμένου να εξασφαλιστούν βελτιωμένα αποτελέσματα διασφάλισης των παιδιών από πιθανή κακοποίηση (Information Policy Team, 2016).
Οι ασκούμενοι κοντά σε παιδιά ενθαρρύνονται συνήθως να «σκέφτονται την οικογένεια». Ωστόσο, αυτό το μοτίβο έχει αποδείξει πως συχνά παλεύουν να αναπτύξουν σχέσεις εμπιστοσύνης προκειμένου να αποκαλύψουν τη μεγαλύτερη εικόνα των αναγκών των ευάλωτων οικογενειών, και με αυτό τον τρόπο, και ελλείψει ισχυρής πρακτικής ανταλλαγής πληροφοριών που θα τους επέτρεπε να ανταλλάσσουν πληροφορίες με ευρύτερους συνεργαζόμενους φορείς και κοινοτικούς οργανισμούς, συχνά βασίζονται στις πληροφορίες που λαμβάνουν απευθείας από την οικογένεια, ενώ αυτές οι πληροφορίες δεν μπορούν πάντα να είναι πλήρως αξιόπιστες ή να επιβεβαιωθούν με άλλες πηγές πληροφοριών (Elliott and Carnes, 2015). Συνεπώς, η κακή εκπαίδευση και καθοδήγηση των κοινωνικών λειτουργών σχετικά με τον εντοπισμό της ακρίβειας των πληροφοριών από τις οικογένειες και τον τρόπο αμφισβήτησης πιθανών ανακριβειών, σημαίνει ότι συχνά δεν είναι σε θέση να εντοπίσουν την ευπάθεια ή τον κίνδυνο (Information Policy Team, 2016).
Συνακολούθως, οι κοινωνικοί λειτουργοί, οι δάσκαλοι, οι εργαζόμενοι στην οικογενειακή υποστήριξη και άλλοι επαγγελματίες μπορεί να περάσουν μήνες, οικοδομώντας σχέσεις με παιδιά και οικογένειες, πράγμα που οδηγεί σε πιθανό δισταγμό στο να μοιραστούν πληροφορίες με συναδέλφους, από φόβο μη θέσουν σε κίνδυνο τη σχέση που έχει αναπτυχθεί. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι δεν θέλουν να αποκαλυφθούν ως πηγή, να σπάσουν την εμπιστοσύνη (Elliott and Carnes, 2015) και να θέσουν σε κίνδυνο τις οικογένειες. Αυτή η στάση είναι πραγματικά σημαντική, διότι η απόφαση για κοινή χρήση δεδομένων βασίζεται στη σωστή εκτίμηση σχετικά με το μέγεθος του κινδύνου να χαθεί η σχέση εμπιστοσύνης ή του κινδύνου μη κοινοποίησης πληροφοριών που θα μπορούσαν να προστατεύσουν αυτές τις οικογένειες από πιθανές βλάβες (Information Policy Team, 2016).
Όπως και να έχει, η ανταλλαγή πληροφοριών είναι το κλειδί για την παροχή καλύτερων, πιο αποτελεσματικών υπηρεσιών και είναι απαραίτητο να καταστεί δυνατή η έγκαιρη παρέμβαση και προληπτική εργασία, για τη διασφάλιση και την προώθηση της ευημερίας και για ευρύτερη δημόσια προστασία (Cross, 2001). Η ανταλλαγή πληροφοριών είναι ζωτικό στοιχείο για τη βελτίωση των αποτελεσμάτων για όλους, όμως η ασφάλεια και η ευημερία ενός παιδιού ή ενός νεαρού ατόμου πρέπει να είναι το πρώτο μέλημα κατά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών. Έτσι, όταν οι αντιληπτές ανάγκες του παιδιού δεν υποδηλώνουν κίνδυνο σημαντικής βλάβης, πρέπει να ζητείται πάντα η συγκατάθεση του παιδιού, του νεαρού ή του γονέα πριν από την αναζήτηση ή την κοινή χρήση οποιωνδήποτε πληροφοριών που ταυτοποιούν το παιδί (NSCP, 2010).
Συμπερασματικά, όλοι οι υπεύθυνοι για τη διασφάλιση της σωματικής και ψυχικής υγείας των παιδιών, που μπορεί να είναι ΜΚΟ, κρατικοί ή τοπικοί παράγοντες και ιδιώτες, συμπεριλαμβανομένων των επαγγελματιών υγείας και των εκπαιδευτικών (Dinehart and Kenny, 2015) πρέπει να είναι κοινωνοί σε μια κοινή πλατφόρμα πληροφοριών, που θα ενημερώνεται για το κάθε παιδί από τη γέννηση του, και η οποία θα περιλαμβάνει οτιδήποτε μπορεί να θεωρηθεί ως μεμπτό για μελλοντικές πιθανές βλάβες.
Η αναφορά πληροφοριών θα πρέπει να γίνεται με σύνεση και δίχως συναίσθημα, ως καταγραφή δεδομένων, και με λεπτότητα ως προς την έκθεση ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων των παιδιών, και η πρόσβαση στη βάση δεδομένων θα πρέπει να γίνεται μόνο από εξειδικευμένο προσωπικό το οποίο ανήκει στην ομάδα επαγγελματιών διασφάλισης της υγείας των παιδιών και των οικογενειών τους, με απόλυτη εχεμύθεια. Σύμφωνα με τον Γενικό Ιατρικό Συμβούλιο (General Medical Council, 2012), οι επαγγελματίες υγείας οφείλουν να προστατεύουν τις προσωπικές πληροφορίες των ασθενών τους, διατηρώντας την εμπιστευτικότητα και επιτρέποντας την πρόσβαση σε αυτές μόνο σε εξουσιοδοτημένα άτομα. Επιπλέον, η συνεργασία μεταξύ εκπαιδευτικών, επαγγελματιών υγείας (Children's Act 1989/2004) και κοινωνικών λειτουργών απαιτεί την τήρηση αυστηρών κανόνων για την προστασία των προσωπικών δεδομένων, όπως επισημαίνεται από τον Laming (2009) στην αναφορά του για την προστασία των παιδιών στην Αγγλία.
Όλες οι έρευνες των τελευταίων δεκαετιών δείχνουν πως μια αποτελεσματική επικοινωνία μεταξύ των αρμοδίων θα μπορούσε να βοηθήσει σημαντικά στο κυριότερο μέρος της πρόληψης, με τη διαφώτιση και καθοδήγηση των κοινωνικών λειτουργών που επισκέπτονται τις οικογένειες υψηλού κινδύνου (Hughes and Parkinson, 2007).
Η παιδική κακοποίηση αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα κοινωνικά φαινόμενα που προσβάλλουν τον πυρήνα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και απειλούν την ψυχική, σωματική και συναισθηματική ακεραιότητα των παιδιών. Η πολιτεία, ανταποκρινόμενη στην αυξανόμενη ανάγκη για έγκαιρη παρέμβαση και πρόληψη, προχώρησε στην υιοθέτηση νέου νομοθετικού πλαισίου, το οποίο καθιστά πλέον υποχρεωτική την αναφορά υπόπτων περιστατικών κακοποίησης από επαγγελματίες που εργάζονται με παιδιά – κυρίως δε, από εκπαιδευτικούς.
Σύμφωνα με τον νέο νόμο, κάθε εκπαιδευτικός υποχρεούται να αναφέρει αμέσως και εγγράφως στις αρμόδιες αρχές (Εισαγγελία Ανηλίκων ή Υπηρεσίες Παιδικής Προστασίας) οποιαδήποτε υπόνοια ή ένδειξη παιδικής κακοποίησης, σωματικής, ψυχολογικής ή σεξουαλικής φύσης, ή παραμέλησης. Η μη αναφορά, ακόμα και από αμέλεια, επισύρει ποινικές και πειθαρχικές κυρώσεις. Πρόκειται για μια σημαντική τομή που ενισχύει θεσμικά τη γραμμή άμυνας γύρω από το παιδί, ενδυναμώνοντας τους εκπαιδευτικούς ως κρίκους πρώτης γραμμής προστασίας.
Οι εκπαιδευτικοί, μέσω της καθημερινής και μακρόχρονης επαφής τους με τα παιδιά, βρίσκονται σε μοναδική θέση ώστε να παρατηρήσουν σημάδια που ενδέχεται να υποδηλώνουν κακοποίηση: ξαφνικές αλλαγές στη συμπεριφορά, απομόνωση, απροσεξία στην υγιεινή, ανεξήγητες σωματικές κακώσεις, ή ακόμη και λεκτικές αναφορές των παιδιών. Το σχολικό πλαίσιο, ως ασφαλές και σχετικά σταθερό περιβάλλον, λειτουργεί εν δυνάμει ως χώρος αποκάλυψης τραυματικών εμπειριών.
Παρά την προοδευτικότητα του μέτρου, η εφαρμογή του συνοδεύεται από σύνθετα διλήμματα. Οι εκπαιδευτικοί συχνά καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην προστασία του παιδιού και στον φόβο πρόκλησης αναστάτωσης χωρίς επαρκή αποδεικτικά στοιχεία. Η απουσία επαρκούς εκπαίδευσης σε θέματα διαχείρισης κακοποίησης μπορεί να οδηγήσει είτε σε υποαναφορά, από φόβο ή αμφιβολία, είτε σε υπεραντίδραση. Είναι, επομένως, κρίσιμη η θεσμική πρόβλεψη για συστηματική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και η ύπαρξη σαφών, υποστηρικτικών πρωτοκόλλων εντός των σχολικών μονάδων.
Πέρα από τη νομική υποχρέωση, η προστασία του παιδιού συνιστά ηθική επιταγή. Ο εκπαιδευτικός οφείλει να δρα όχι ως τιμωρός ή ελεγκτής των γονέων, αλλά ως σύμμαχος του παιδιού, προσφέροντας ασφάλεια, στήριξη και πρόσβαση στη φροντίδα. Η αναφορά κακοποίησης δεν είναι πράξη εναντίον της οικογένειας, αλλά υπέρ της αποκατάστασης της ευημερίας του παιδιού.
Ο νέος νόμος που καθιστά υποχρεωτική την αναφορά από τους εκπαιδευτικούς σε περιπτώσεις παιδικής κακοποίησης αποτελεί ένα αποφασιστικό βήμα προς την κατεύθυνση της παιδικής προστασίας. Η εφαρμογή του, ωστόσο, προϋποθέτει την ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών μέσω εκπαίδευσης, στήριξης και δημιουργίας κουλτούρας διαφάνειας και συνεργασίας μεταξύ σχολείου και κοινωνικών υπηρεσιών. Το παιδί δεν πρέπει ποτέ να παραμένει αβοήθητο· και ο εκπαιδευτικός, ενδυναμωμένος και ευαισθητοποιημένος, μπορεί να γίνει η φωνή που θα σπάσει τη σιωπή.
References
Avramika, M., Lafazani, P. and Stefanoudi, E. (2013) Paidiki kakopoiisi kai paremvaseis [Child maltreatment and interventions]. Epistimonika Chronika [Scientific Chronicls], 18(3), pp.146-151.
Barrett, M., et al. (2017) Service Coordination and Child Protection in a Multi-Agency Environment', Journal of Social Work, 17(4), pp. 431-448.
Becker, J. and Reilly, D. (1999) Preventing Sexual Abuse and Assault. Sexual Abuse: A journal of Research and Treatment, 11(4), pp.267-278.
Bretherton, I. (1992) The origins of Attachment Theory: John Bowlby and Mary Ainsworth. Developmental Psychology, 28(5), pp.759-775.
Children Act 1989/2004 (2004) Children's Act 1989. London: Her Majesty's Stationery Office.
Children's Bureau (2018) How you can help someone who is being abused or neglected. London: Child Welfare Information Gateway.
Children's Bureau (2019) Definitions of Child Abuse and Neglect. London: Child Welfare Information Gateway.
Children's Bureau (2019) Long-Term Consequences of Child Abuse and Neglect. London: Child Welfare Information Gateway.
Cicchetti, D. and Rogosch, F.A. (1994) The toll of child maltreatment on the developing child: Insights from developmental psychopathology. Child and Adolescent Psychiatric Clinics of North America, 3(4), 759-776.
Cross, W. (2001) A personal History of Childhood Sexual Abuse: Parenting Patterns and Problems. Clinical Child Psychology and Psychiatry, 6(4), pp.563-574.
Crosson-Tower, C. (2003) The role of educators in preventing and responding to child abuse and neglect. Child abuse and neglect, user maual series. US: Department of Health and Human Services.
Currie, J. and Widom, C.P. (2010) Long-Term Consequences of Child Abuse and Neglect on Adult Economic Well-Being. Child Maltreatment, 15(2), pp.111-120.
DfE (2014) A Study to Investigate the Barriers to Learning from Serious Case Reviews and Identify ways of Overcoming these Barriers. The National Archives. London: Crown.
Davies, M. (2011) Social Work with Children and Families: Challenges and Opportunities, London: Routledge.
DfE (2015) The Prevent duty Departmental advice for schools and childcare providers. The National Archives. London: Crown.
DfE (2020) Keeping children safe in education, Statutory guidance for schools and colleges. The National Archives. London: Crown.
Diktyo gia tin Prolipsi kai Katapolemisi tis Swmatikis Timorias sta Paidia [Network to prevent and combat corporal punishment of children] (2009) I somatiki timoria twn paidiwn stin oikogeneia, Epilegmena statistika stoixeia apo tis Eurwpaikes xwres [The corporal punishment of children in the family, selected statistics from European countries]. Grafeio suntonismou tou Diktuou Sunigoros tou Politi [Coordination office of the Citizen's Advocate Network]. Athens, Greece.
Dinehart, L. and Kenny, M. (2015) Knowledge of Child Abuse and Reporting Practices Among Early Care and Education Providers. Journal of Research in Childhood Education, 29(1), pp.429-443.
Elliott, A. and Carnes, C. (2001) Reactions of Nonoffending Parents to the Sexual Abuse of Their Child: A Review of the Literature. Child Maltreatment, 6(4), pp.314-331.
Encyclopedia on early childhood development (2020) CEECD/SKC-ECD | MALTREATMENT (CHILD). https://www.child-encyclopedia.com/maltreatment-child/synthesis
Erdmans, M.P. and Black, T. (2008) What They Tell You to Forget: From Child Sexual Abuse to Adolescent Motherhood. Qualitative Health Research, 18(1), pp.77-89.
Felitti, V., Anda, R., Nordenberg, D., Williamson, D. Spitz, A., Edwards, V., Koss, M. and Marks, J. (1998) Relationships of Childhood Abuse and Household Dysfunction to Many of the Leading Causes of Death in Adults. American Journal of Preventive Medicine, 14(4), pp.245-258.
Gallagher, B. (2008) Preventing Child Deaths. Child Abuse Review, 17(1), pp.289-296.
General Medical Council (2012) Protecting children and young people: The responsibilities of all doctors. London: GMC.
Gillingham, P. (2009) The Challenges of Multi-Agency Collaboration in Child Protection Work, Child & Family Social Work, 14(3), pp. 246-254.
Government of Canada (2012) Child Maltreatment: A "What to Do" Guide for Professionals Who Work With Children. Government of Canada.
Government of Canada (2012) Child Maltreatment: A "What to Do" Guide for Professionals Who Work With Children. Government of Canada.
Hazen, A., Connelly, C., Roaesch, S., Hough, R. and Landsverk, J. (2009) Journal of Interpersonal Violence, 24(2), pp.361-378.
Heim, C., Shugart, M., Craighead, W.E. and Nemeroff, C. (2010) Neurobiological and Psychiatric Consequences of Child Abuse and Neglect. Development and Psychiatry & Behavioral Sciences. London: Wiley.
Higgis, D. (2014) Safe and Supportive Family Environments. Australian Institute of Family Studies. Australia: Australian Government.
HM Government (2014) The Fifth Periodic Report to the UN Committee on the Right of the Child. The National Archives. London: Crown.
HM Government (2015) What to do if you're worried a child is being abused, Advice for practitioners. The National Archives. London: Crown.
HM Government (2018) Working Together to Safeguard Children, A guide to inter-agency working to safeguard and promote the welfare of children. The National Archives. London: Crown.
Hughes, D., & Parkinson, J. (2007) 'Communication in child protection: A critical review'. Journal of Social Work, 7(3), pp. 269-282.
Information Policy Team (2016) Information sharing to protect vulnerable children and families A report from the Centre of Excellence for Information Sharing. UK: Department of Education.
Krase, K. (2013) Educational Personnel as Reporters of Suspected Child Maltreatment. Children & Schools, 35(3), pp.147-154.
Krase, K. and DeLong-Hamilton, T. (2015) Comparing reports of suspected child maltreatment in states with and without Universal Mandated Reporting. Child and Youth Services Review, 50(1), pp.96-100.
Laird, S. (2017) The Representation of the Family's Voice In Serious Case Review Reports Of Child Maltreatment. UK: Center for Social Work, University of Nottingham.
Lalor, K. and McElvaney, R. (2010) Child Sexual Abuse, Links to Later Sexual Exploitation/High Risk Sexual Behavior, and Prevention/Treatment Programs. Trauma, Violence & Abuse, 11(4), pp.159-177.
Laming, W. (2009) The Protection of Children in England: A Progress Report. London: The Stationery Office.
Lange, B., Condon, E. and Gardner, F. (2019) Parenting Among Mothers Who Experienced Child Sexual Abuse: A qualitative Systematic Review. Qualitative Health Research, 00(0), pp.1-16.
Leeb, R., Lewis, T. and Zolotor, A. (2011) A review of Physical and Mental Health Consequences of Child Abuse and Neglect and Implications for Practice. American Journal of Lifestyle Medicine, 5(5), pp.454-468.
Leeb, R., Raulozzi, L., Melanson, C., Simon, T. and Arias, H. (2008) Child Maltreatment Surveillance, Uniform Definitions for Public Health and Recommended Data Elements. Atlanta, Georgia: Centers for Disease Control and Prevention. National Center for Injury Prevention and Control.
Leiter, J. and Johnson, M. (1997) Child Maltreatment and School Performance Declines: An Event-History Analysis. American Educational Research Journal, 34(3), pp.563-589.
Lines, L., Grant, J. and Hutton, A. (2018) How Do Nurses Keep Children Safe From Abuse and Neglect, and Does it Make a Difference? A Scoping Review. Journal of Pediatric Nursing. https:/doi.org/10.1016/j.pedn.2018.07.010.
Little, M., Axford, N., & Morpeth, L. (2004). Research Review: Risk and protection in the context of services for children in need. Child Family Social Work, 9(1), 105–117.
McIntyre, T. (1990) The Teacher's Role in Cases of Suspected Child Abuse. University of Manitoba: SAGE.
McDonald, P. (2014) Interprofessional collaboration: A review of the literature, Journal of Health Services Research & Policy, 19(2), pp. 102-107.
Morris MC, Marco M, Maguire-Jack K, et al. Connecting Child Maltreatment Risk With Crime and Neighborhood Disadvantage Across Time and Place: A Bayesian Spatiotemporal Analysis. Child Maltreatment. 2019;24(2):181-192.
Mullen, P.E., Martin, J.L., Anderson, J.C., Romans, S.E. and Herbison, G.P. (1994) The Effect of Child Sexual Abuse on Social, Interpersonal and Sexual Function in Adult Life. British Journal of Psychiatry, 165(1), pp.35-47.
Munro, E. (2009). Managing Societal and Institutional Risk in Child Protection. Risk Analysis, 29(7), 1015–1023.
Nemeroff, C. (2016) Paradise Lost: The Neurobiological and Clinical Consequences of Child Abuse and Neglect. Neuron, 89(1), pp.892-909.
NICE (2020) National Institute for Health and Care Excellence. Child maltreatment: when to suspect maltreatment in under 18s. https://www.nice.org.uk/guidance/cg89/chapter/introduction
Norman, R., Byambaa, M., De, R., Butchart, A., Scott, J. and Vos Theo. (2012) The long-Term Health Consequences of Child Physical Abuse, Emotional Abuse, and Neglect: A Systematic Review and Meta-Analysis. PLOS Medicine, 9(11), pp.1-32.
NSCP (2010) Sharing information about children, young people and their families. https://www.nscb.org.uk/staff-and-volunteers/procedures/sharing-information-about-children-young-people-and-their-families
NSPCC (2013) Child Sexual Abuse, An NSPCC research briefing. EARLY CHILDHOOD IS WORTH FIGHTING FOR. London: Information Service.
Office of Children and Family Services (2020) Definitions of Child Abuse and Maltreatment. NY: New York State.
Ofsted (2011) The voice of the child: learning lessons from serious case reviews. The National Archives. London: Crown.
Ogunfowokan, A. and Fajemilehin, R. (2012) Impact of a School-Based Sexual Abuse Prevention Education Program on the Knowledge and Attitude of High School Girls. The Journal of School Nursing, 28(6), pp.459-468.
Parton N. (2014) The Changing Politics and Practice of Child Protection and Safeguarding in England. In: Wagg S., Pilcher J. (eds) Thatcher's Grandchildren?. Palgrave Studies in the History of Childhood. Palgrave Macmillan, London.
Parton, N. (2011) Child Protection and Safeguarding in England: Changing and Competing Conceptions of Risk and their Implications for Social Work. British Journal of Social Work, 41(1), pp.854–875.
Parton, N. (2014) The Politics of Child Protection: Contemporary Developments and Future Prospects, Palgrave Macmillan.
Paxton, C. and Waldfogel, J. (1999) Parental Recourses and Child Abuse and Neglect. Child Welfare, 89(2), pp.239-244.
Peterson, A.C., Joseph, J. and Feit, M. (2014) New Directions in Child Abuse and Neglect Research. Washington DC: The National Academies Press.
Rebbe R. What Is Neglect? State Legal Definitions in the United States. Child Maltreatment. 2018;23(3):303-315.
Rodgers, V., Lang, A., Laffaye, C., Satz, L., Dresselhaus, T. and Stein, M. (2004) The impact of individual forms of childhood maltreatment on health behavior. Child Abuse and Neglect, 28(1), pp.575-586.
Ryan JP, Jacob BA, Gross M, Perron BE, Moore A, Ferguson S. Early Exposure to Child Maltreatment and Academic Outcomes. Child Maltreatment. 2018;23(4):365-375.
Sidebotham, P. (2012) What do serious case reviews achieve?. Arch Dis Child, 97(3), pp.189-192.
Smith, S.M. (1978) The maltreatment of Children. Cambridge: Selwyn.
State of Children's Rights in England (2018) Briefing 4, Safeguarding Children. UK: Children's Rights Alliance for England.
Stoltenborgh, M., Ijzendoorn, M., Euser, E. and Bakermans-Kranenburg, M. (2011) A Global Perspective on Child Sexual Abuse: Meta-Analysis of Prevalence Around the World. Child Maltreatment, (16(2), pp.79-101.
UNICEF (2020) Fact Sheet: A summary of the rights under the Convention on the Rights of the Child. For every child, Health, Education, Equality, Protection, ADVANCE HUMANITY.
US Dpt of Health and Human Services (2020) The 10 Essential Public Health Services Glossary. Healthy People. Washington DC. https://phnci.org/uploads/resource-files/EPHS-English.pdf
WHO, 2020. https://www.who.int/news-room/fact-sheets/detail/child-maltreatment.
Widom, A.S. (1999) Posttraumatic Stress Disorder in Abused and Neglected Children Grown Up. Am J Psychiatry, 156(8), pp.1.223-1.229.
Zolotor, A. and Runyan, D. (2006) Social, Capital, Family Violence, and Neglect. PEDIATRICS, Official Journal of the American Academy of Pediatrics, 117(1), pp.1.124-1.132.