Η σημασία της σίτισης και της άθλησης στην ανάπτυξη του παιδιού

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας [WHO] (1991) ο όρος Υποστηρικτικό Περιβάλλον αναφέρεται στις φυσικές και κοινωνικές εκδοχές του περιβάλλοντος μας. Εννοώντας τον τόπο διαμονής, την κοινότητα, το σπίτι, την εργασία και τον χώρο παιχνιδιού, όπως και κάθε πλαίσιο που αποτελεί πηγή κι ευκαιρία σωματικής και πνευματικής ενδυνάμωσης. Συνεπώς, το σχολείο αποτελεί βασικό υποστηρικτικό περιβάλλον για την εξασφάλιση της σωστής σωματικής ανάπτυξης των παιδιών, αφού αυτά περνάνε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας τους σε σχολικές δομές κάθε βαθμίδας. Για να εξεταστεί όμως αν το σχολείο μπορεί να υποστηρίξει τη σωστή φυσική ανάπτυξη των μικρών μαθητών πρέπει να γνωρίζουμε τι αφορά αυτή. Μιλώντας λοιπόν για σωματική ανάπτυξη εννοούνται οι διαρκείς σωματικές αλλαγές, από τη σύλληψη ως την εφηβεία, που αφορούν στην αύξηση του μεγέθους όλου του σώματος και των εσωτερικών οργάνων, και στη διαρκή αύξηση της μάζας, του ύψους και του βάρους των παιδιών (Riga, 2015).

Συνεπώς, εκτιμώντας τα οφέλη και την ολιστική αξία της σωματικής άσκησης αρκεί να γίνει αναφορά στον Αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό, όπου δινόταν μεγάλη έμφαση στη φυσική ανάπτυξη του παιδιού και στον αθλητισμό. Βασικό στοιχείο της εκπαίδευσης ήταν η γυμναστική που περιλάμβανε μια μεγάλη γκάμα φυσικών δραστηριοτήτων και αθλημάτων (Siedentop and Van de Mars, 2009). Σήμερα είναι γνωστό πως διαχρονικά η σωματική ανάπτυξη των μικρών παιδιών διαμορφώνεται εις βάθος από τις ευκαιρίες σωματικής άσκησης, που τους δίνονται από τους ενήλικες (Thematic Group 4, 2014). Επίσης, σύμφωνα με τη Soini (2015) έχει υπογραμμιστεί η σημασία της σχέσης μεταξύ σωματικής άσκησης και αδρής κινητικότητας, η οποία περιλαμβάνει το μεταβολικό και νευρομυϊκό σύστημα, ενώ αυξανόμενα στοιχεία, κατά τους Wells et al. (2007), αποδεικνύουν ότι η σωματική άσκηση παρέχει οφέλη στην υγεία όπως ευνοϊκές αλλαγές των βιοδεικτών που σχετίζονται με καρδιαγγειακά νοσήματα και μεταβολικά σύνδρομα, αυξημένη ισχύ μυών και οστών, και μειωμένη συγκέντρωση λίπους, καθώς και πρόληψη από στρες, από καρδιαγγειακά νοσήματα, από διαβήτη τύπου 2 και από τον καρκίνο. Ενώ ακόμα ενισχύει την καρδιά και τους πνεύμονες επηρεάζοντας ακόμα και το μέγεθός τους (Puthucheary et al., 2011).

Συνακολούθως, η ανοσολογία της άσκησης (ένας σημαντικός ανερχόμενος υπο-κλάδος μελέτης εντός της φυσιολογίας), που ασχολείται με την σχέση μεταξύ άσκησης και λειτουργίας της ανοσίας και του ρίσκου μολύνσεων, μας βεβαιώνει πως το στρες, η σωματική άσκηση, οι ανοσοποιητικές λειτουργίες και οι κίνδυνοι μολύνσεων, σχετίζονται μεταξύ τους, αφού η άσκηση αλληλοεπιδρά με το ανοσοποιητικό σύστημα σε αθλούμενους και μη, υπογραμμίζουν οι Gleeson et al. (2013), αφού η άσκηση συνδέεται με αντιφλεγμονώδεις δράσεις οι οποίες είναι πιθανόν ευεργετικές για την υγεία μακροπρόθεσμα. Επιπροσθέτως, στα οφέλη της άσκησης στα μικρά παιδιά, πρέπει να προστεθεί πως η ανάπτυξη Θεμελιωδών Δεξιοτήτων Κινητικότητας αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της πρώτης σχολικής ηλικίας, μιας και αυτές οι δεξιότητες είναι μοτίβα αδρής και λεπτής κινητικότητας̇ που αφορούν ομάδες μεγάλων μυών ή την ενεργοποίηση ομάδων μικρότερων μυών, αντίστοιχα. Οπότε, παιδιά, πρώτης σχολικής ηλικίας που ασκούνται συστηματικά, τείνουν περισσότερο προς τη φυσική άσκηση, κι έχουν σωματική υγεία και έλεγχο βάρους κατά την περίοδο της εφηβείας τους (Webster et al., 2019).

Συνεπώς, και δεδομένης της σημαντικότητας για μέριμνα, για τη καλή φυσική ανάπτυξη των παιδιών, οι εκπαιδευτικοί ανησυχούν βλέποντας μειωμένη αποτελεσματικότητα από την οικογένεια και την κοινωνία, κι αυτό οφείλεται στην έντονη επιθυμία τους να βοηθήσουν (Karampekou et al., 2004), συγκλίνοντας στις μελέτες που υπογραμμίζουν πως κύριο μέλημα του εκπαιδευτικού πρέπει να είναι να επιτρέψει και να προωθήσει τη σωματική άσκηση (Soini 2015). Αυτό μπορεί να επιτευχθεί εύκολα μέσα από το παιχνίδι, καθώς το παιδικό παιχνίδι όχι μόνο βελτιώνει την ανάπτυξη των μυών, αλλά στηρίζει συνολικά τη σωματική εξέλιξη, αποτελώντας ένα φυσικό κομμάτι της καθημερινότητας του παιδιού που το βοηθά να κατανοήσει το σώμα του και τις κινησιολογικές του ικανότητες (Soini 2015).

Άλλος ένας λόγος για προώθηση του κινητικού παιχνιδιού σχετίζεται με την παρατήρηση ότι θετικές προτροπές από τους εκπαιδευτικούς, συνδέονται με αυξημένη σωματική άσκηση εκ μέρους των μαθητών. Πάρα ταύτα, οι εκπαιδευτικοί σπάνια ενθαρρύνουν ή χρησιμοποιούν σωματικές δραστηριότητες οι οποίες οργανώνονται με σκοπό την προώθηση της σωματικής άσκησης, ακόμα και κατά την διάρκεια παιχνιδιού σε εξωτερικούς χώρους (Soini, 2015), αν και η διαθεσιμότητα ενός μεγαλύτερου εξωτερικού κήπου θα μπορούσε να δώσει κίνητρο στους εκπαιδευτές για περισσότερη ενασχόληση με την σωματική άσκηση.

Λοιπόν, για να λάβει χώρα κάτι τέτοιο, χρειάζονται επακριβώς ορισμένα πλαίσια για την οργάνωση δραστηριοτήτων εξωτερικών χώρων από τους εκπαιδευτικούς, καθώς είναι γνωστό ότι τα παιδιά τείνουν να είναι πιο δραστήρια σε εξωτερικούς παρά σε εσωτερικούς χώρους (Mota et al., 2005). Αξίζει να σημειωθεί πως η επιφάνεια του εδάφους, η σήμανση των χώρων παιχνιδιού, οι ανοιχτοί χώροι και η διαθεσιμότητα παιχνιδιών, επίσης σχετίζονται με υψηλότερα επίπεδα σωματικής άσκησης. Μελέτες έδειξαν πως τα παιδιά επιδεικνύουν μεγαλύτερη δραστηριότητα όταν εξοπλισμός αλμάτων είναι μόνιμα παρών, και όταν ο χώρος παιχνιδιού έχει σχέδιο πίστας και διέθετε παιδικά οχήματα. Διαφορά επίσης μπορεί να παρατηρηθεί αν ανασυνταχθούν τα διαλλείματα ώστε να ελαχιστοποιούν τον αριθμό παιδιών που μοιράζονται τους χώρους παιχνιδιού (Soini, 2015).

Αξίζει να σημειωθεί πως το ποιοτικό σωματικό παιχνίδι σε εξωτερικούς χώρους συνδέεται με πιο υγιείς σωματότυπους, με μακρύ νυχτερινό ύπνο και με καλύτερη ευημερία (Soderstrom et al., 2012). Τέτοιες, συμπεριφορικές συνήθειες, όπως η φυσική άσκηση και η καθιστική συμπεριφορά, διαμορφώνονται ως την πρώτη σχολική ηλικία. Η συχνή, μέτρια έως έντονη φυσική άσκηση είναι ευεργετική για την σωματική και ψυχική υγεία, για την ορθή ανάπτυξη, καθώς και για την ακαδημαϊκή απόδοση (Allison at al., 2014), και οι εκπαιδευτικοί πλέον το γνωρίζουν. Ως εκ τούτου, το κράτος οφείλει να βοηθήσει, παρέχοντας στον εκπαιδευτικό μια ευρεία γκάμα ιδεών, ώστε να εκπονήσει ένα καλά δομημένο μάθημα φυσικής άσκησης στην τάξη, στα πλαίσια του μαθήματος. Με δραστηριότητες που συνδράμουν στην ανάπτυξη της λεπτής και της αδρής κινητικότητας, ενθαρρύνοντας ένα πιο δραστήριο και υγιεινό τρόπο ζωής, με πιθανή παροχή φωτοτυπιών φύλλων δραστηριοτήτων, τραγουδιών, ποιημάτων και ιστοριών, τα οποία να υποστηρίζουν τις βασικές δραστηριότητες των μαθημάτων (Heald, 1998).

Η άσκηση όμως από μόνη της δε μπορεί να αποφέρει τα θεμιτά αποτελέσματα, κυρίως για να αποτρέψει την παιδική παχυσαρκία. Η κατανόηση της σημασίας της παιδικής παχυσαρκίας είναι μεγάλη (Loprinzi, 2010), εφόσον πολλές μελέτες την συνδέουν με τον αυξημένο κίνδυνο ενήλικης νοσηρότητας (Chrisman et al., 2016 ; Ewles, 1997), ακόμα και όταν η παχυσαρκία έχει υποχωρήσει κατά την ενήλικη ζωή (Luke et al., 2004). Μαζί με την σωματική άσκηση απαραίτητη προϋπόθεση συγκροτούν και οι σωστές διατροφικές συνήθειες, που αποτελούν έναν ακόμα παράγοντα σωστής σωματικής ανάπτυξης και εξέλιξης. Άλλωστε, όπως περιγράφει η Soini (2015), η ισορροπία μεταξύ πρόσληψης και κατανάλωσης ενέργειας καθορίζεται τόσο από την άθληση όσο και από την διατροφική πρόσληψη.

Βασικό εμπόδιο για συνειδητές σωστές επιλογές αποτελεί το γεγονός πως ενώ έχει αποδειχθεί ότι η ζάχαρη προκαλεί υπερδιέγερση, διαβήτη, παχυσαρκία και καρδιοπάθεια, η πραγματική περιεκτικότητα σε ζάχαρη που επιβεβαιώνεται από εργαστηριακούς ελέγχους, συχνά υπερβαίνει κατά πολύ το ποσοστό που αναγράφεται στις ετικέτες των προϊόντων (82%), ακόμα και στις βρεφικές τροφές (Reed et al., 2016). Εμπόδιο στη σωστή σίτιση, αποτελεί επίσης η οικονομική κρίση των τελευταίων ετών, αφού όλο και συχνότερα παρατηρούνται σταθερά αυξανόμενα ποσοστά υποσιτιζόμενων μαθητών, στους πληθυσμούς που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, και σε συνθήκες που οδηγούν σε κακή σωματική ανάπτυξη και συχνά ενέχουν υψηλές πιθανότητες να οδηγήσουν στο θάνατο (Baker-Henningham et al., 2009).

Εντούτοις, στις ανεπτυγμένες κοινωνίες φαίνεται πως τα παιδιά κατανοούν την έννοια των καλών και υγιεινών τροφών και τα σχετικά τους οφέλη, πάρα ταύτα, αν κληθούν να επιλέξουν μόνα τους, συνήθως επιλέγουν συνειδητά νόστιμες ανθυγιεινές τροφές (Ludvigsen and Scott, 2009). Εντούτοις, οι σωστές και υγιεινές διατροφικές συνήθειες μπορεί να γλιτώσουν τα παιδιά από την εμφάνιση υψηλής πίεσης και διαβήτη στην ενήλικη ζωή τους, και κυρίως από τη νόσο του λιπαρού συκωτιού, που είναι ασυμπτωματική μα εκδηλώνεται με κούραση και πόνο (De Bruyne et al., 2010). Συν τοις άλλοις, και σε σύγκλιση με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, οι Knai et al. (2006), παραθέτουν πως οι πιο πρόσφατες αποδείξεις για τη σημασία των διατροφικών παραγόντων σχετικά με την πρόληψη νοσημάτων και θανάτου στην Ευρώπη, υπογραμμίζουν πως αυτοί αποδίδονται κυρίως σε χαμηλή πρόσληψη φρούτων και λαχανικών.

Συνεπώς, σκοπός είναι η βελτίωση της γνώσης γύρω από έναν υγιεινό τρόπο ζωής, εστιάζοντας στη συνεισφορά του σε μια παρατεταμένη αλλαγή διατροφικής συμπεριφοράς (Allison et al., 2014). Ως εκ τούτου, κι όπως παρατηρούν οι Trost et al. (2008), για να μπορέσουν οι εκπαιδευτικοί να συμβάλλουν αποτελεσματικά στην σωστή ανάπτυξη των παιδιών, πρέπει να γνωρίζουν τις παγίδες της αγοράς τροφίμων, και φυσικά τα ποσοστά παιδικής παχυσαρκίας και υποσιτισμού -λόγω φτώχειας-, αφού αυτά αποτελούν αποτρεπτικό παράγοντα για τη σωστή ανάπτυξη των παιδιών, μη επιτρέποντας τους να αθληθούν (Olvera et al., 2010 ; French et al., 2001) και να τραφούν υγιεινά (Faught et al., 2017), με δυσμενή αποτελέσματα στην ανάπτυξή τους. Οπότε, οι ενημερωμένοι εκπαιδευτικοί μπορούν να ξεκινήσουν με μαθήματα στην τάξη, με ευκαιρίες παιχνιδιού, με οικογενειακές εκδηλώσεις κι επιμορφωτικές επιστολές προς τους γονείς, όπως και με δραστηριότητες υγιεινών σνακ κι εκδρομές, έχοντας κατά νου πως η περιβαλλοντική εκπαίδευση είναι μια πολλά υποσχόμενη προσέγγιση στην διασύνδεση των παιδιών με τη φύση και τα παράγωγα της, και τα κρατά μακριά από την τηλεόραση, η θέαση της οποίας συνδέεται στενά με συχνή κατανάλωση μη υγιεινών τροφών (Allison et al., 2014).

Λοιπόν, με αφορμή την κοινή αποδοχή πως η κατανάλωση ζωικών τροφών έχει αυξηθεί, και το ίδιο συνέβη με την κατανάλωση εδώδιμων ελαίων και τροφών οι οποίες περιλαμβάνουν πρόσθετα σάκχαρα, όπως και κατανάλωση σνακ και φαγητού εκτός σπιτιού (κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα από τους πιο ευκατάστατους και μορφωμένους πληθυσμούς), μια εκπαιδευτική παρέμβαση δοκιμάστηκε στα πλαίσια έρευνας, σε κέντρα πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης του εξωτερικού, και αναπτύχθηκε από το σχολικό προσωπικό, με την τεχνική υποστήριξη εξωτερικών συνεργατών διατροφικής εκπαίδευσης. Το πρόγραμμα περιλάμβανε αναβάθμιση σχολικών υποδομών, εκπαίδευση εκπαιδευτικού και υποστηρικτικού προσωπικού των σχολείων, αλλαγές της διδακτέας ύλης και δραστηριότητες για γονείς (Qian et al., 2019), και έδειξε πως τα παιδιά μπορούν σε σύντομο χρονικό διάστημα να υιοθετήσουν σωστές πρακτικές και να εφαρμόσουν τις σχετικές ορθές διατροφικές επιλογές σε όλα τα κοινωνικά τους περιβάλλοντα.

Αξίζει να σημειωθεί, πως η ομοσπονδία εκπαιδευτικών υποστηρίζει σθεναρά την αναβαθμισμένη διατροφή παιδιών άνεργων οικογενειών καθώς το ένα τέταρτο των μαθητών στα σχολεία υποφέρουν από επιβράδυνση στην ανάπτυξή τους εξαιτίας της κακής διατροφής. Το σημαντικότερο αίτημα είναι η θεσμοθέτηση αποτελεσματικών υπηρεσιών υγείας και, όπου είναι αναγκαίο, παροχή γευμάτων και γάλακτος (Goodall et al., 2019). Συν τοις άλλοις, σε μεγάλα αστικά κέντρα του εξωτερικού, η καλλιέργεια γης εντός πόλεων έχει αυξηθεί με τα χρόνια, σε χαμηλά εισοδηματικά γειτονιές. Η ΄αστική γεωργία΄ εμφανίστηκε ως ένας τρόπος παροχής υγιεινής τροφής σε αυτές τις γειτονιές, όπου τροφή καλλιεργημένη σε τοπικούς κοινοτικούς κήπους, συχνά μετατρέπεται σε γεύματα τα οποία προσφέρονται σε σχολεία, εκκλησίες και κέντρα δήμων (Union of Concerned Scientists, 2016). Η κίνηση αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει έμπνευση για τους εκπαιδευτικούς, ώστε να ωθήσουν τα παιδιά σε καλλιέργεια λαχανικών στο χώρο του σχολείου ή στα σπίτια τους, ή ακόμα και να πιέσουν σε συνεργασία με τους γονείς, την τοπική κοινότητα για παροχή χώρου καλλιέργειας σε επίπεδο δήμου (Himberg-Sundet et al., 2020).

Μια οργανωμένη και καλά σχεδιασμένη προσπάθεια για την προώθηση κατανάλωσης περισσότερων λαχανικών στους Παιδικούς Σταθμούς έχει πραγματοποιηθεί και σε άλλα σχολεία του εξωτερικού στα πλαίσια πειράματος και αποτελεί πραγματική έμπνευση, και υποστηρίχθηκε από αφίσες με φωτογραφίες λαχανικών, μικρότερων αφισών με ιδέες για την διάθεση, την ενθάρρυνση, και τη δημιουργία προτύπων, με ποδιές, φυλλάδια και πανεθνικές οδηγίες για γεύματα στους παιδικούς σταθμούς, διατροφικές οδηγίες και παροχή παιδικών αναδευτήρων ανά παιδικό σταθμό. Οργανώθηκε ιστοσελίδα ελεγχόμενης πρόσβασης η οποία περιλάμβανε όλα τα υλικά, καθώς επίσης και επιπρόσθετη πληροφόρηση για 45 λαχανικά, μια ομάδα στο Facebook, ένα βιβλιαράκι με 'λάχανο-συνταγές', προτάσεις για παιχνίδια γευσιγνωσίας με τα παιδιά, ένα βιβλιαράκι με ανοιξιάτικες συνταγές και προτάσεις φύτευσης λαχανικών. Στο τέλος του προγράμματος απεδείχθη πως η διαθεσιμότητα λαχανικών είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες αυξημένης πρόσληψης λαχανικών (Himberg-Sundet et al., 2020).

Τέτοιου είδους προγράμματα βασιζόμενα στο συμπεριφορισμό είναι αποτελεσματικά στο να τροποποιούν τις διατροφικές συνήθειες των παιδιών, με την ανάλυση και τη χειραγώγηση παρελκόμενων και συνεπειών (Presti, 2013). Όμως οι δάσκαλοι στα σχολεία της Αμερικής δε σταμάτησαν εκεί, καθώς έχουν προχωρήσει σε ενέργειες, στις οποίες επανεξέτασαν το σερβίρισμα φαγητού στις αίθουσες σίτισης, ανέπτυξαν διδακτέα ύλη εντός της τάξης σχετική με την διατροφή, εργάστηκαν ώστε να μονιμοποιήσουν πάγκους με σαλάτες στα σχολεία και να βελτιωθούν τα μενού. Βοήθησαν στην παροχή πιο υγιεινών σχολικών γευμάτων, στην μείωση πρόσληψης λίπους και ζάχαρης και στην παροχή περισσότερων τροφών ολικής άλεσης, φρέσκων φρούτων και λαχανικών. Οι εκπαιδευτικοί έχουν έναν κρίσιμο ρόλο να παίξουν. Οι προϋπολογισμοί είναι μειωμένοι και οι πόροι σπανίζουν, αλλά καθημερινά, σε δομές κάθε μεγέθους, οι εκπαιδευτικοί γίνονται όλο και πιο δημιουργικοί: οργανώνοντας διαγωνισμούς γευσιγνωσίας, μαγειρικής και γυμναστικής ̇ και ενσωματώνοντας στοιχεία διατροφής σε μαθήματα όπως τα μαθηματικά, η φυσική έως και τα εικαστικά (Obama, 2012).

Παράλληλα, με τις δραστηριότητες στην τάξη, οι εκπαιδευτικοί πρέπει να ενημερώνουν τους γονείς για κατανάλωση ενέργειας βάσει διατροφής, με βασικές βιταμίνες, σίδηρο, ιώδιο και φολικά οξέα (Thematic Group 4). Συνάμα, εντοπίζεται έντονη ανάγκη για ενημέρωση των φροντιστών σχετικά με τη δική τους διατροφή, αφού οι μελέτες δείχνουν πως οι διατροφικές επιλογές των παιδιών είναι συνυφασμένες και επηρεασμένες από τις αντίστοιχες επιλογές των ενηλίκων προτύπων τους (Bolen and Thomas, 2012).

Συμπερασματικά, είναι σαφές πως ο ρόλος του εκπαιδευτικού, στην ευαίσθητη πρώτη σχολική ηλικία, είναι μεγάλος, λεπτός και πολύπλευρος. Πρέπει να φροντίζει για την καθημερινή σωματική δράση των παιδιών και να επιβλέπει την υγιεινή διατροφή τους, καθώς και να ενημερώνει τους γονείς για ζητήματα που θα τους βοηθήσουν να εξασφαλιστεί η σωματική ασφάλεια των παιδιών στο σπίτι, με άσκηση και σωστό διατροφολόγιο, και με τη δική τους υιοθέτηση καλών συνηθειών.

Ο εκπαιδευτικός πρέπει να αντιλαμβάνεται τυχούσες ανισότητες ή αδυναμίες των παιδιών, ώστε να εξασφαλίζει την συμπερίληψή όλων στις δράσεις του, και συνάμα να ασκεί κρατική επιρροή και να προσπαθεί να διεκδικεί τα δικαιώματα των παιδιών πιέζοντας τους τοπικούς παράγοντες. Για τα επιτύχει όλα αυτά πρέπει να υποβάλλεται σε δια βίου εκπαίδευση και να είναι πάντα ενήμερος για τις επιστημονικές εξελίξεις που αφορούν στην υγιή ανάπτυξη των μαθητών, να γνωρίζει κοινωνικά προβλήματα που εγείρονται κατά περιόδους, και να διατηρεί καλές σχέσεις με το οικογενειακό περιβάλλον των παιδιών.

REFERENCES

Allison, K., Schoueri-Mychasiw, N., Hobin, E., Robertson, J., Manson, H., Dwyer, J., Manske, S., Ng, B. and Vu-Nguyen, K. (2014) Global Summit on the Physical Activity of Children: Abstracts. Journal of Physical Activity and Health, 11(1), pp. 126-198.

Baker-Henningham, H., Hamadani, J., Huda, S. and Grantham-McGregor, S. (2009) Undernourished Children Have Different Temperaments Than Better-Nourished Children in Rural Bangladesh. The Journal of Nutrition. American Society of Nutrition. Doi:10.3945/jn.109.106294.

Bolen, Y., Thomas, B., Heatherly, B. and Meredith, S. (2012) Parental Age Influences Children's Physical Activity Habits. Research quarterly for exercise and sport, 83(1), pp. 14.

Cecile Knai, Joceline Pomerleau, Karen Lock, Martin McKee (2006) Getting children to eat more fruit and vegetables: A systematic review. Preventive Medicine, 42(1), pp. 85-95.

Christman, M., Northwehr, F., Yang, G. and Oleson, J. (2015) Environmental Influences of Physical Activity in Rural Midwestern Adults: A Quantitative Approach. Health Promoting Practice, 16(1), pp. 142-148.

De Bruyne, R., Fitzpatrick, E. and Dhawan, A. (2010) Fatty liver disease in children: eat now pay later. Asian Pacific Association for the Study of the Liver. Hepatol Int., 4(1), pp. 375–385.

Ewles, L. (1997) Reviews: Changing Eating and Exercise Behaviour. Health Education Journal, 56(1), pp. 106–106.

Faught, E., Williams, P., Willows, N., Asbridge, M. and Veugelers, P. (2017) The association between food insecurity and academic achievement in Canadian school-aged children. Public Health Nutrition, 20(15), pp. 2778–2785. doi:10.1017/S1368980017001562.

French, S., Story, M. and Jeffery, R. (2001) Environmental Influences on Eating and Physical Activity. Public Health, 22(1), pp. 309-335.

Gleeson, M., Walsh, N. and Bishop, N. (2013) Exercise immunology. London: Routledge.

Goodall, H., Randerson, H. and Ghosh, D. (2019) Teacher for Justice. Autralia: ANU Press. https://www.jstor.org/stable/j.ctvp7d59b.8.

Heald, C. (1998) Physical development. London: Scholastic.

Himberg-Sundet, A., Kristiansen, A., Andersen, L., Bjelland, M. and Lien, N. (2020) Effects of a kindergarten intervention on vegetables served and staff's food-related practices: results of a cluster randomized controlled trial – the BRA study Department of Nutrition, Institute of basic medical Sciences, Faculty of Medicine, Norway: University of Oslo, Public Health Nutrition, 23(6), pp. 1117–1126.

Karampekou, A., Chasandra, M. and Goudas, M. (2004) Anisychies ekpaideytikwn physikis agogis [Concerns of Physical Education Teachers]. Anazitiseis sti Physiki Agogi kai ton Athlitismo [Searches in Physical Education and Sports], 2(1), pp. 26-32.

Loprinzi, P. and Trost, S. (2010) Parental influences of physical activity behavior in preschool children. Preventive Medicine, 50(1), pp. 129-133.

Ludvigsen, A. and Scott. S. (2009) Real Kids Don't Eat Quiche: What Food Means to Children. Food Culture and Society. An International Journal of Multidisciplinary Research, 12(4), pp. 417-436.

Luke, A., Philpott, J., Brett, K., Cruz, L., Lun, V., Prasad, N. and Zetaruk, M. (2004) Physical Inactivity in Children and Adolescents: CASM AdHoc Committee on Children's Fitness. Clinical Journal of Sport Medicine, 14(5), pp. 260.

Mota, J., Silva, P., Santos, M., Ribeiro, J., Oliveira, J. and Duarte, J. (2005) Physical activity and school recess time: Differences between the sexes and the relationship between children's playground physical activity and habitual physical activity. Journal of Sports Sciences, 23(3), pp. 269-275.

Obama, M. (2012) Let's keep moving. The Phi Delta Kappan, 93(7), pp. 8-9.

Olvera, N., Kellam, S., Menefee, K., Lee, J. and Smith, D. (2010) Physical Activity in Latino Children: Research and Its Implications. Journal of Applied Research on Children: Informing Policy for Children at Risk, 1(1), pp. 1-26.

Presti, G., Cau, S. and Moderato, P. (2013) Changing the way our children eat: a behavior analytic approach. Advances in Medical Sciences, 26(1), pp. 28-34.

Puthucheary, Z., Skipworth, J., Rawal, J., Loosemore, M., Van Someren, K. and Montgomery, H. (2011) Genetic Influences in Sport and Physical Performance. Sports Med, 41(10), pp. 845-859.

Qian, L., Newman, I., Yuen, L.W., Du, W. and Shell, D. (2019) Effects of a comprehensive nutrition education programme to change grade 4 primary-school students' eating behaviours in China. Public Health Nutrition, 22(5), pp. 903–911.

Reed, G., Johnson, C. and Phartiyal, P. (2016) Federal Regulation of Added Sugars in Young Children's Foods and Beverages. UK: Union of Concerned Scientists. Available at: www.ucsusa.org/HookedForLife.

Riga, V. (2015) Psychokinitiki kai Physiki Agogi stin Proscholiki Ilikia [Psychokinetic and Physical Exercise in Preschool Years]. University of Patra, School of Humanities and Social Sciences, Department of Education and Preschool Education. Patra: University of Patra. Available at: https://eclass.upatras.gr/courses/PN1508/.

Siedentop, D. and Van de Mars, H. (2009) The heritage of physical education, sport, and fitness in the United States. Introduction to physical education, fitness and sport. US: McGraw-Hill Education.

Soderstrom, M., Boldemann, C., Sahlin, U., Martensson, F., Raustorp, A. and Blennow, M. (2012) The quality of the outdoor environment influences children's health -a cross-sectional study of preschools. Acta Paediatrica, Nurturing the child. Doi:10.1111/apa.12047.

Soini. A. (2015) Always on the Move? Measured Physical Activity of 3-Year-Old Preschool Children. Studies in sport, physical education and health. Finland: University of Jyvaskyla. ISBN 978-951-39-6029-2.

Thematic Group 4 (Early Childhood Development, Education and Transition to Work) of the Sustainable Development Solutions Network (ed.) (2014) The Future of Our Children: Lifelong, Multi-Generational Learning For Sustainable Development, pp. 39-57, A global initiative for the UN. Paris, NY: Sustainable Development Solutions Network. Available at: www.jstor.org/stable/resrep15863.7.

Trost, S.G., Rosenkranz, R.R. and Dzewaltowski, D. (2008) Physical Activity Levels among Children Attending After-School Programs. Med. Sci. Sports Exerc., 40(4), pp. 622–629.

Union of Concerned Scientists (2016) Fixing Food Fresh Solutions from Five U.S. Cities. UK, US: Union of Concerned Scientists. Available at: https://www.jstor.org/stable/resrep17255.

Webster, E.K., Martin, C.K. and Staiano, A.E. (2019) Fundamental motor skills, screen-time, and physical activity in preschoolers. Journal of Sport and Health Science, 8(1), pp. 114-121.

Wells, J., Chomtho, S. and Fewtrell, M. (2007) Programming of body composition by early growth and nutrition. Proceeding of the nutrition society, 66(1), pp. 423-434.

World Health Organization (WHO) (1991) Sundsvall Statement on Supportive Environments for Health, Third International Conference on Health Promotion, Sundsvall, Sweden.